ρήγλα

ρήγλα
η / ῥήγλα, ΝΜΑ, και ρίγλα Ν
1. ράβδος με την οποία ισιώνουν την επιφάνεια τών μέτρων χωρητικότητας τών σιτηρών
2. χάρακας, κανόνας
νεοελλ.
η ρίγα
αρχ.
1. (κατά τον Ησύχ.) «ῥήγλαι
σίδηρα ὡς ῥάβδοι»
2. ο έστωρ* (Ι).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. regula «κανόνας, χάρακας» (πρβλ. ρήγα / ρίγα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ρήγλος — ὁ, Μ η ρήγλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού ῥήγλα, με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • ρηγλί — το / ῥηγλίον, ΝΑ [ρήγλα] υποκορ. τ. τού ρήγλα …   Dictionary of Greek

  • ρηγλίζω — Ν [ρήγλα] 1. ισιώνω με τη ρήγλα την επιφάνεια των μέτρων χωρητικότητας τών σιτηρών 2. (κατ επέκτ.) γεμίζω ένα δοχείο μέχρι τα χείλη («να ρηγλίσω τρία πιθάρια, να μεθούν τα παληκάρια», δημ. τραγούδι) …   Dictionary of Greek

  • περιστροφίς — ίδος, ἡ, Α 1. ξύλινο εξάρτημα με το οποίο απέβαλλαν το σιτάρι που ξεπερνούσε το μέτρο, η ρήγλα 2. λαβή με την οποία ο λαναράς περιέστρεφε τη συσκευή του. [ΕΤΥΜΟΛ. < περιστρέφω (πρβλ. περιστροφ ή) + κατάλ. ίς, πρβλ. επι στροφίς] …   Dictionary of Greek

  • ρίγα — Πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Λετονίας. Βρίσκεται στις όχθες του δυτικού Ντβινά (Νταουγκάβα), κοντά στις εκβολές του στον κόλπο της Ρ. (Βαλτική). Ιδρυμένη το 1201 από τον επίσκοπο Αλβέρτο της Λιβονίας, έγινε επισκοπική έδρα και, στα μέσα του… …   Dictionary of Greek

  • ρηγλιάζω — Α [ρῆγλα] ισοζυγίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”